Καταγγελία του ΣΥΝΟΨΥΝΟ για τον τρόπο διακομιδής ασθενών απο το ΨΝΑ “ΔΑΦΝΙ” σε άλλα νοσοκομεία

6_gia_diakomidi_astheni

Ο Σύλλογος Νοσηλευτών των Ψυχιατρικών Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. του Νομού Αττικής (ΣΥ.ΝΟ.ΨΥ.ΝΟ.-ΕΣΥ ΑΤΤΙΚΗΣ) σχετικά με την ανάθεση της συνοδείας νοσηλευτικού προσωπικού σε διακομιδές από το ΨΝΑ σε άλλα νοσοκομεία, επισημαίνει τα ακόλουθα :

Το ΨΝΑ ακολουθεί μια τακτική όσον αφορά τις διακομιδές σε άλλα νοσοκομεία η οποία εκθέτει σε κίνδυνο τους ασθενείς και προκαλεί σοβαρές δυσλειτουργίες στην παροχή νοσηλευτικής φροντίδας στους νοσηλευόμενους ασθενείς.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά τη διαδικασία της διακομιδής, οι γιατροί αξιολογούν την κατάσταση του ασθενή για την αντιμετώπιση ενός οξέος προβλήματος που προκύπτει και εφόσον κρίνουν ότι πρέπει να διακομιστεί ο ασθενής σε άλλο νοσοκομείο, συμπληρώνουν το ιατρικό σημείωμα μετακίνησης χαρακτηρίζοντας το περιστατικό «επείγον» και δίνουν οδηγία για διακομιδή σε άλλο νοσοκομείο για εργαστηριακές εξετάσεις π.χ. Αξονική Τομογραφία εγκεφάλου ή για εξετάσεις από γιατρούς άλλων ειδικοτήτων που δεν διαθέτει το νοσοκομείο μας π.χ. νευροχειρουργό, χειρουργό κλπ.

Δυστυχώς όμως, ενώ το περιστατικό χαρακτηρίζεται «επείγον», μπορεί δηλαδή να απειλείται η ζωή του ασθενή εκείνη τη στιγμή,  δεν συνοδεύεται από ιατρικό προσωπικό αλλά και ούτε υπάρχει ενημέρωση του ιατρού που υπογράφει το σημείωμα μετακίνησης με τον εφημερεύοντα ιατρό του νοσοκομείου που πρόκειται να διακομιστεί ο ασθενής, όπως προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία (ΦΕΚ 740/2005).

Φυσικά, χαρακτηρισμοί όπως «δεν χρήζει συνοδείας ιατρού» (για την αποφυγή της συνοδείας) δεν στέκονται  ούτε νομικά, ούτε επιστημονικά, ούτε ηθικά βάση του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας.

Σε άλλες περιπτώσεις γνωρίζουμε επίσης, ότι το περιστατικό χαρακτηρίζεται ως «επείγον», ενώ δεν είναι. Συγκεκριμένα για λόγους διαφοροδιαγνωστικούς και επειδή καθυστερεί το ραντεβού για κάποιες συγκεκριμένες εξετάσεις αρκετές μέρες έως και μήνες π.χ. υπέρηχοι κτλ., χαρακτηρίζεται το περιστατικό «επείγον», μήπως και τη μέρα της εφημερίας (όπου δέχονται χωρίς ραντεβού) δεχτούν οι εφημερεύοντες ιατροί και του κάνουν την εξέταση. Τακτική βέβαια όπου δημιουργεί έντονες αντιδράσεις από το εφημερεύον ιατρικό προσωπικό του νοσοκομείου υποδοχής, που εκτιμώντας την κατάσταση του ασθενή αγανακτεί για τους λόγους της διακομιδής και φυσικά η εξέταση δεν πραγματοποιείται.  Επίσης, στρέφεται κατά του νοσηλευτικού προσωπικού που ενώ δεν είναι αρμόδιο και υπεύθυνο για την διακομιδή, δέχεται τις αντιδράσεις. Η παραπάνω τακτική δεν είναι τόσο σπάνια.

Σύμφωνα λοιπόν, με την Υπουργική Απόφαση με αριθμό 2/23523/0022 (ΦΕΚ 681/2009) στην παρ. 4γ διευκρινίζεται ότι η συνοδεία περιστατικών (διακομιδές) αποτελεί υποχρέωση των ιατρών των νοσοκομείων (αμειβόμενη ιατρική πράξη).

Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο ορθολογικός τρόπος κατανομής αρμοδιοτήτων στο σύνολο των υπαλλήλων της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας και εν γένει του νοσηλευτικού προσωπικού Νοσοκομείων αποτελεί τη μόνη οδό για την εύρυθμη λειτουργία όλων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και την καλύτερη δυνατή ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών υγείας. Ο έλληνας νομοθέτης, αναλογιζόμενος την παραπάνω διαπίστωση, φρόντισε να επιβάλλει ορισμένους κανόνες, έχοντας ως κύριο μέλημά του τον σαφή διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων των Νοσηλευτών, των Βοηθών Νοσηλευτών και του λοιπού προσωπικού που δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών υγείας.

Η βούληση αυτή του νομοθέτη επιβεβαιώνεται από τις διατάξεις που αφορούν τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των παραπάνω κατηγοριών υπαλλήλων.

Ειδικότερα με:

Α) Το Προεδρικό Διάταγμα 351/1989

Β) Το Προεδρικό Διάταγμα 210/2001

θεσπίζονται τα επαγγελματικά δικαιώματα των Νοσηλευτών και των Β. Νοσηλευτών.

Όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, η συνοδεία ασθενών κατά τη μεταφορά τους με ασθενοφόρο δεν εμπίπτει στο πεδίο των θεσμοθετημένων αρμοδιοτήτων ούτε των Νοσηλευτών, ούτε των Βοηθών Νοσηλευτών.

Επιπλέον, η ανάθεση παρόμοιων καθηκόντων δημιουργεί σοβαρά προβλήματα δυσλειτουργίας στην ήδη αποδυναμωμένη από προσωπικό Νοσηλευτική Υπηρεσία.

Σε κάθε τμήμα υπάρχουν δύο άτομα νοσηλευτικό προσωπικό, ο αριθμός αυτός είναι ήδη κάτω από το όριο ασφαλείας και δεν δύναται να ανταποκριθεί στις ανάγκες στις οποίες προκύπτουν (ασθένειες, υπερπλήρωση των τμημάτων, περιορισμοί ασθενών κ.α. ). Αρκετές φορές ο ένας εφημερεύων νοσηλευτής καλύπτει βάρδια σε τμήμα αφήνοντας το Διοικητικό έργο που του έχει ανατεθεί για την εποπτεία και έλεγχο όλων των μονάδων του νοσοκομείου (πάνω από 150 δομές εντός και εκτός) στον άλλον εφημερεύοντα, με αποτέλεσμα να υπολειτουργεί έτσι και το γραφείο εφημερευόντων νοσηλευτών. Τα πράγματα γίνονται ακόμη δυσκολότερα όταν στην περίπτωση του περιορισμού ενός ασθενή, όπου απαιτείται σύμφωνα με το πρωτόκολλο περιορισμού τουλάχιστον πέντε άνδρες, αρκετά τμήματα να μένουν με μία γυναίκα υπάλληλο για αρκετή ώρα. Κάτι το οποίο είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο για τα τμήματα εισαγωγών και όχι μόνο. Το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερα δεν είναι λίγοι οι τραυματισμοί προσωπικού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Τονίζεται, ότι τα προαναφερθέντα νομοθετήματα δεν παρέχουν στη Διοίκηση, δια ειδικών εξουσιοδοτικών διατάξεων, τη δυνατότητα να θεσπίσει και νέες αρμοδιότητες. Επομένως, οποιαδήποτε κανονιστική πράξη, που αναθέτει νέα καθήκοντα και αρμοδιότητες στο Νοσηλευτικό προσωπικό είναι παράνομη και ακυρωτέα.

Επίσης, υπογραμμίζεται ότι διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου δεν έχουν θέση σε κείμενο ερμηνευτικής εγκυκλίου, που εκδίδεται από τον ιεραρχικώς προϊστάμενο και απλώς επαναλαμβάνει, σχολιάζει και επεξηγεί τις διατάξεις των νομοθετικών και κανονιστικών πράξεων, παρέχοντας οδηγίες για τον τρόπο εφαρμογής τους.

Το νοσηλευτικό προσωπικό που απασχολείται στο νοσοκομείο δεν δύναται να παρέχει τις υπηρεσίες του εκτός των ορίων των υπηρεσιών του νοσοκομείου και δεν έχει εκπαιδευτεί να παρέχει τις υπηρεσίες του εντός των ασθενοφόρων οχημάτων.

Συνεπώς, η υποχρέωση των Νοσηλευτών και των Β. Νοσηλευτών όπως συνοδεύουν ασθενείς κατά τη διακομιδή τους με ασθενοφόρο δεν μπορεί να επιβληθεί με εγκύκλιο, ούτε με ανάθεση.  

Έτσι η ανάθεση στο νοσηλευτικό προσωπικό της συνοδείας ασθενή σε διακομιδή από το ΨΝΑ σε άλλο νοσοκομείο, είναι παράνομη και ακυρωτέα.

Αξίζει να αναφερθεί ότι εάν η Διοίκηση επιβάλλει προς το νοσηλευτικό προσωπικό τη διακομιδή ασθενή και προκύψει ατύχημα, ο υπάλληλος της νοσηλευτικής υπηρεσίας δεν θα έχει την κάλυψη από ασφαλιστικό φορέα (δημόσιο ή ιδιωτικό) διότι ξεκάθαρα δεν όφειλε να παρέχει τις συγκεκριμένες υπηρεσίες.

Ειδικότερα, για το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 10/3/2013 απαιτούμε  διερεύνηση για την ύπαρξη ή μη ειδικευμένου εφημερεύοντα παθολόγου/χειρουργού στο νοσοκομείο, για την εκτίμηση της κατάστασης του ασθενή και την παροχή άμεσης ιατρικής παρέμβασης από ειδικευμένο ιατρό και επιπλέον, αν υπάρχει δικαίωμα άρνησης του ειδικευόμενου ιατρού, ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες ήταν ο μόνος εφημερεύοντας ιατρός, πλην του εφημ. ψυχιάτρου που βρισκόταν στο νοσοκομείο, στη συνοδεία του περιστατικού και την τήρηση των διαδικασιών σύμφωνα με το ΦΕΚ 681/2009 και του ΦΕΚ 740/2005.

Τέλος, θεωρούμε απαράδεκτο, τη διαδικασία της εκτίμησης της κατάστασης ενός ασθενή ο οποίος χρήζει άμεσης ιατρικής παρέμβασης να γίνεται στα Εξωτερικά Ιατρεία του  νοσοκομείου και όχι στο τμήμα και στο σημείο δηλαδή που έχει άμεση ανάγκη ο ασθενής και επιπλέον, όταν υπάρχει ακόμη έστω και στα Εξωτερικά Ιατρεία διαπιστωμένη η αναγκαιότητα διακομιδής λόγω έκτακτης και επείγουσας ανάγκης, ο ιατρός να επικαλείται δήθεν «ιατρικούς λόγους» για τη μη συνοδεία του ασθενή σε άλλο νοσοκομείο.

Εν κατακλείδι, η διαπίστωση της σωματικής ή ψυχικής υγείας του ασθενή θα πρέπει να γίνεται στο σημείο που βρίσκεται ο ασθενής, με την παρουσία ΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟΥ ιατρού, ο οποίος θα δώσει οδηγίες για τυχόν άμεσες παρεμβάσεις και επιπλέον, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία είναι ο πλέον αρμόδιος να συνοδέψει το περιστατικό σε άλλο νοσοκομείο, ενημερώνοντας παράλληλα τον εφημερεύοντα ιατρό του νοσοκομείου υποδοχής.

Παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες και είμαστε διαθέσιμοι για οποιαδήποτε διευκρίνιση και πληροφορία.

Με εκτίμηση  

Για το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΥ.ΝΟ.ΨΥ.ΝΟ. – Ε.Σ.Υ. του Νομού Αττικής 

Ο Πρόεδρος                                                             Η Γεν. Γραμματέας 

Γεώργιος Αβραμίδης                                                         Ελένη Ντάτση

Download PDF